174 αποτελέσματα για «冷»

冷蔵車 れいぞうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ψυγείο-βαγόνι, φορτηγό-ψυγείο
冷湿布 れいしっぷ

ουσιαστικό

  1. 01 κρύα κομπρέσα
冷汗三斗 れいかんさんと

ουσιαστικό

  1. 01 ιδρώνω κρύο (κατάσταση έντονου αισθήματος αμηχανίας ή φόβου)
冷水機 れいすいき

ουσιαστικό

  1. 01 ψύκτης νερού, βρύση παροχής νερού
冷や麦 ひやむぎ

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτά χυλοπίτες ουντόν (σερβίρονται κρύες)
冷温停止 れいおんていし

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχρή κατάσταση (πυρηνικός αντιδραστήρας)
冷却材 れいきゃくざい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυκτικό μέσο (σε πυρηνικό αντιδραστήρα)
冷房装置 れいぼうそうち

ουσιαστικό

  1. 01 κλιματιστικό, σύστημα ψύξης αέρα
冷凍装置 れいとうそうち

ουσιαστικό

  1. 01 ψυγείο, ψυκτικός εξοπλισμός, καταψύκτης
冷房設備 れいぼうせつび

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταστάσεις ψύξης, εγκαταστάσεις κλιματισμού
冷水摩擦 れいすいまさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τριβή του σώματος με βρεγμένη πετσέτα, τρίψιμο με κρύο νερό
冷え上がる ひえあがる

ρήμα

  1. 01 παγώνω εντελώς
冷房病 れいぼうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπιθύμητες επιπτώσεις στην υγεία που υποτίθεται ότι προκαλούνται από τον κλιματισμό, σύνδρομο κλιματιστικού
冷感症 れいかんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικεία διαταραχή σεξουαλικής διέγερσης, διαταραχή σεξουαλικής διέγερσης των γυναικών, αν αφροδισία, υπαισθησία, ψυχρότητα
冷房完備 れいぼうかんび

ουσιαστικό

  1. 01 κλιματιζόμενος
冷や汁 ひやじる

ουσιαστικό

  1. 01 κρύα σούπα (συνήθως με μίσο)
冷凍野菜 れいとうやさい

ουσιαστικό

  1. 01 κατεψυγμένα λαχανικά
冷寒 れいかん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ψυχρός, παγωμένος
冷たい戦争 つめたいせんそう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ψυχρός πόλεμος
  2. 02 ο Ψυχρός Πόλεμος
冷凍機 れいとうき

ουσιαστικό

  1. 01 ψυγείο, καταψύκτης