422 αποτελέσματα για «分»

分譲マンション ぶんじょうマンション

ουσιαστικό

  1. 01 διαμέρισμα υπό καθεστώς συνιδιοκτησίας, αυτοτελής ιδιοκτησία σε πολυκατοικία
分割統治 ぶんかつとうち

ουσιαστικό

  1. 01 διαίρει και βασίλευε
分娩台 ぶんべんだい

ουσιαστικό

  1. 01 κλίνη τοκετού
分子生物学 ぶんしせいぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 μοριακή βιολογία
分流 ぶんりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακλαδισμένος ρους, παραπόταμος, διακλάδωση ροής (ποταμού, ρεύματος κ.λπ.)
分限者 ぶげんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πλούσιος άνθρωπος, ευκατάστατος
分類法 ぶんるいほう

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα ταξινόμησης, μέθοδος ταξινόμησης
分配金 ぶんぱいきん

ουσιαστικό

  1. 01 μέρισμα (επί μετοχών)
分散配置 ぶんさんはいち

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένη διάταξη, αποκεντρωμένη διευθέτηση
分館 ぶんかん

ουσιαστικό

  1. 01 παράρτημα (κτιρίου)
分団 ぶんだん

ουσιαστικό

  1. 01 παρακλάδι (μεγαλύτερης οργάνωσης), τοπικό παράρτημα
分社 ぶんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακλάδι ιερού (bunsha)
  2. 02 εταιρική απόσχιση, διαχωρισμός επιχείρησης
分力 ぶんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 συνιστώσα δύναμης
分秒 ふんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 στιγμή
分解能 ぶんかいのう

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτική ικανότητα, ανάλυση
分裂症 ぶんれつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σχιζοφρένεια
分類学 ぶんるいがく

ουσιαστικό

  1. 01 ταξινομική
分針 ふんしん

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτοδείκτης
分速 ふんそく

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα ανά λεπτό
分教場 ぶんきょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 παράρτημα σχολείου, μικρή σχολική μονάδα