257 αποτελέσματα για «初»

初場所 はつばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο τουρνουά (τουρνουά σούμο που διεξάγεται στο Τόκιο τον Ιανουάριο)
初霜 はつしも

ουσιαστικό

  1. 01 η πρώτη παγωνιά του έτους
初期不良 しょきふりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχικό ελάττωμα
初盆 はつぼん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο χάτσουμπον, η πρώτη γιορτή των νεκρών (Μπον) μετά τον θάνατο μέλους της οικογένειας
初夜権 しょやけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα της πρώτης νύχτας, δικαίωμα του άρχοντα
初発 しょはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έναρξη, πρώτη αναχώρηση
初給 しょきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχικός μισθός, πρώτη πληρωμή
初学者 しょがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχάριος μαθητής, αρχάριος
初心忘るべからず しょしんわするべからず

άλλο

  1. 01 όλοι κάποτε υπήρξαμε αρχάριοι, μην χάνεις ποτέ την ταπεινότητά σου, μην αφήνεις την επιτυχία να σου πάρει τα μυαλά, μην ξεχνάς από πού ξεκίνησες
初音ミク はつねミク

ουσιαστικό

  1. 01 Χατσούνε Μίκου (λογισμικό Vocaloid)
初乗り はつのり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρώτη διαδρομή (σε καινούργιο όχημα, κατά το νέο έτος, κ.λπ.)
  2. 02 ζώνη αρχικού ναύλου (τρένου, ταξί, κ.λπ.)
  3. 03 αρχικός ναύλος, ελάχιστο κόμιστρο, τιμή εκκίνησης
初学 しょがく

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτομάθηση, η αρχή της μελέτης κάποιου αντικειμένου
初任 しょにん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος διορισμός (σε θέση εργασίας)
初一念 しょいちねん

ουσιαστικό

  1. 01 αρχική πρόθεση
初会 しょかい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη γνωριμία, πρώτη συνάντηση
初投稿 はつとうこう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη δημοσίευση, πρώτη ανάρτηση (σε ιστολόγιο, μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ.)
初校 しょこう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο δοκίμιο, φύλλα πρώτης διόρθωσης
初土俵 はつどひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο τουρνουά για παλαιστή σούμο
初期キリスト教 しょきキリストきょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμος χριστιανισμός, χριστιανισμός της προνικαίας εποχής
初生 しょせい

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότοκος, πρωτογενής, νεογέννητος