331 αποτελέσματα για «原»
原始仏教 げんしぶっきょう
ουσιαστικό
- 01 πρωτοβουδισμός, αρχέγονος βουδισμός, ο πρώιμος βουδισμός
原発巣 げんぱつそう
ουσιαστικό
- 01 πρωτοπαθής εστία
原籍 げんせき
ουσιαστικό
- 01 αρχική κατοικία, μόνιμη διεύθυνση
原物 げんぶつ
ουσιαστικό
- 01 πρωτότυπο
原始キリスト教 げんしキリストきょう
ουσιαστικό
- 01 πρώιμος χριστιανισμός, χριστιανισμός του 1ου και 2ου αιώνα
原子番号 げんしばんごう
ουσιαστικό
- 01 ατομικός αριθμός
原告団 げんこくだん
ουσιαστικό
- 01 ομάδα εναγόντων, ενάγοντες
原簿 げんぼ
ουσιαστικό
- 01 κατάστιχο, πρωτότυπο αρχείο, μητρώο
原意 げんい
ουσιαστικό
- 01 αρχική σημασία
原著者 げんちょしゃ
ουσιαστικό
- 01 συγγραφέας πρωτότυπου έργου
原文ママ げんぶんまま
άλλο
- 01 ως έχει (ακριβώς όπως το πρωτότυπο)
原点に帰る げんてんにかえる
άλλο, ρήμα
- 01 επιστρέφω στο αρχικό σημείο
原産国 げんさんこく
ουσιαστικό
- 01 χώρα προέλευσης (εμπορευμάτων)
原因結果 げんいんけっか
ουσιαστικό
- 01 αιτία και αποτέλεσμα, αιτιότητα
原水爆 げんすいばく
ουσιαστικό
- 01 ατομικές και βόμβες υδρογόνου, πυρηνικές και θερμοπυρηνικές βόμβες
原価計算 げんかけいさん
ουσιαστικό
- 01 κοστολόγηση
原図 げんず
ουσιαστικό
- 01 πρωτότυπο σχέδιο
原動 げんどう
ουσιαστικό
- 01 κινητήριος
原音 げんおん
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδης τόνος
原価割れ げんかわれ
ουσιαστικό
- 01 κάτω από το κόστος (π.χ. πωλήσεις)