137 αποτελέσματα για «参»
参考図書館 さんこうとしょかん
ουσιαστικό
- 01 βιβλιοθήκη πληροφοριακού υλικού
参照文献 さんしょうぶんけん
ουσιαστικό
- 01 έγγραφο αναφοράς
参政官 さんせいかん
ουσιαστικό
- 01 υφυπουργός κοινοβουλευτικών υποθέσεων
参院予算委員会 さんいんよさんいいんかい
ουσιαστικό
- 01 επιτροπή προϋπολογισμού της άνω βουλής της δίαιτας
参考マニュアル さんこうマニュアル
ουσιαστικό
- 01 εγχειρίδιο αναφοράς
参照アクセス さんしょうアクセス
ουσιαστικό
- 01 πρόσβαση, αναφορά, ανάκτηση
参照キー さんしょうキー
ουσιαστικό
- 01 κλειδί αναφοράς
参照モデル さんしょうモデル
ουσιαστικό
- 01 μοντέλο αναφοράς
参照許可 さんしょうきょか
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα πρόσβασης
参照形式 さんしょうけいしき
ουσιαστικό
- 01 μορφή αναφοράς
参照経路 さんしょうけいろ
ουσιαστικό
- 01 διαδρομή αναφοράς
参照結合 さんしょうけつごう
ουσιαστικό
- 01 χρησιμοποιώ συσχέτιση
参照検索 さんしょうけんさく
ουσιαστικό
- 01 ανάκτηση αναφορών
参照権 さんしょうけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα πρόσβασης
参照呼び出し さんしょうよびだし
ουσιαστικό
- 01 κλήση αναφοράς
参照事項検索 さんしょうじこうけんさく
ουσιαστικό
- 01 ανάκτηση παραπομπών
参照線 さんしょうせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή αναφοράς
参照選択型 さんしょうせんたくがた
ουσιαστικό
- 01 τύπος επιλογής
参薯 しんしょ
ουσιαστικό
- 01 αλάτα, φτερωτό γιαμ, μοβ γιαμ (Dioscorea alata)
参命 さんめい
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική στρατιωτική διαταγή