108 αποτελέσματα για «双»

双剣 そうけん

ουσιαστικό

  1. 01 διπλά σπαθιά, δίδυμα σπαθιά (ιδίως στη μυθοπλασία)
  2. 02 ζεύγος κινεζικών ίσιων σπαθιών που χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα (συχνά μοιράζονται την ίδια θήκη)
双刀 そうとう

ουσιαστικό

  1. 01 ζευγάρι μονόκοπων σπαθιών, διπλά σπαθιά, δίδυμα σπαθιά
双極性感情障害 そうきょくせいかんじょうしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διπολική διαταραχή
双極症 そうきょくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διπολική διαταραχή
双葉外語学校 ふたばがいごがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 Γλωσσική Σχολή Φουτάμπα, Φουτάμπα Κολέγιο Ξένων Γλωσσών
双葉電子工業 ふたばでんしこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 Φουτάμπα Κορπορέισον
双愛会 そうあいかい

ουσιαστικό

  1. 01 Σοάι-κάι (οργάνωση Γιακούζα)
  1. 01 ζευγάρι
  2. 02 σετ, σύνολο
  3. 03 σύγκριση
  4. 04 μετρητής για ζευγάρια