118 αποτελέσματα για «収»
収入関税 しゅうにゅうかんぜい
ουσιαστικό
- 01 δασμός εσόδων
収縮胞 しゅうしゅくほう
ουσιαστικό
- 01 συσταλτό κεντοτόπιο
収納代行サービス しゅうのうだいこうサービス
ουσιαστικό
- 01 υπηρεσία είσπραξης πληρωμών, αποδοχή πληρωμών μέσω ταμείου σε καταστήματα ψιλικών
収納代行 しゅうのうだいこう
ουσιαστικό
- 01 πράκτορας είσπραξης πληρωμών
収束級数 しゅうそくきゅうすう
ουσιαστικό
- 01 συγκλίνουσα σειρά
収容定員 しゅうようていいん
ουσιαστικό
- 01 χωρητικότητα
収益物件 しゅうえきぶっけん
ουσιαστικό
- 01 εισοδηματοφόρο ακίνητο, επενδυτικό ακίνητο
収束帯 しゅうそくたい
ουσιαστικό
- 01 ζώνη σύγκλισης
収穫アリ しゅうかくあり
ουσιαστικό
- 01 μυρμήγκι συγκομιδής
収穫逓減 しゅうかくていげん
ουσιαστικό
- 01 φθίνουσα απόδοση
収束進化 しゅうそくしんか
ουσιαστικό
- 01 συγκλίνουσα εξέλιξη
収集狂 しゅうしゅうきょう
ουσιαστικό
- 01 μανιώδης συλλέκτης
収書 しゅうしょ
ουσιαστικό
- 01 συλλογή βιβλίων
収納容器 しゅうのうようき
ουσιαστικό
- 01 δοχείο αποθήκευσης, συσκευασία
収縮筋 しゅうしゅくきん
ουσιαστικό
- 01 σφιγκτήρας μυς, συσπαστικός μυς
収音 しゅうおん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ηχοληψία, λήψη ήχου
収まりが悪い おさまりがわるい
άλλο, επίθετο
- 01 άβολος, αταίριαστος, μη αρμόζων
収
- 01 εισόδημα
- 02 αποκτώ
- 03 αποκομίζω
- 04 πληρώνω
- 05 προμηθεύω, παρέχω
- 06 αποθηκεύω