351 αποτελέσματα για «口»

口車 くちぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 κολακεία, επιτήδεια πειθώ
口がきけない くちがきけない

επίθετο, άλλο

  1. 01 ανίκανος να μιλήσει, ακατάληπτος, βουβός, άφωνος, με δεμένη γλώσσα
口パク くちパク

ουσιαστικό

  1. 01 συγχρονισμός χειλιών, μίμηση ομιλίας ή τραγουδιού
口が過ぎる くちがすぎる

άλλο, ρήμα

  1. 01 λέω πράγματα που θα ήταν καλύτερο να μην ειπωθούν, παραφέρομαι (λέγοντας κάτι αγενές)
口淫 こういん

ουσιαστικό

  1. 01 στοματικός έρωτας, στοματική επαφή, πεολειχία, αιδοιολειχία
口裏合わせ くちうらあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενη συνεννόηση για την παρουσίαση της ίδιας εκδοχής, ευθυγράμμιση των λεγομένων, συντονισμός των εκδοχών
口真似 くちまね

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μιμητισμός ομιλίας, απομίμηση του τρόπου ομιλίας κάποιου, μιμητική
口蓋 こうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ουρανίσκος
口の軽い くちのかるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 αθυρόστομος, φλύαρος
口八丁 くちはっちょう

ουσιαστικό

  1. 01 εύγλωττος, ετοιμόλογος
口臭 こうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κακοσμία στόματος, δυσοσμία αναπνοής
口の減らない くちのへらない

άλλο

  1. 01 απανταχού ετοιμόλογος, πολυλογάς
口がうまい くちがうまい

άλλο, επίθετο

  1. 01 γλυκόλογος, επιτήδειος στον λόγο, ευφραδής, κολακευτικός, φλύαρος και πειστικός
口の堅い くちのかたい

άλλο, επίθετο

  1. 01 εχεμύθης, αυτός που κρατά μυστικά
口減らし くちべらし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιορισμός του αριθμού των στομάτων που χρειάζονται σίτιση (ειδικότερα μέσω της αποδοχής υιοθεσίας παιδιών, μαθητείας κ.λπ.)
口説 くぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 καβγάς εραστών
  2. 02 φλυαρία, άσκοπη κουβέντα
口火 くちび

ουσιαστικό

  1. 01 φυτίλι, φλόγα έναυσης
  2. 02 αφορμή (πολέμου, καυγά, εξέγερσης κ.λπ.), αιτία, έναυσμα
口述 こうじゅつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπαγόρευση, προφορική κατάθεση
口が重い くちがおもい

άλλο, επίθετο

  1. 01 λιγομίλητος, εσωστρεφής
口裏 くちうら

ουσιαστικό

  1. 01 προσδιορίζω το πραγματικό ή κρυμμένο νόημα του ομιλούντος, διακρίνω τις προθέσεις κάποιου από τον τρόπο ομιλίας του
  2. 02 μαντεύω την καλή ή κακή τύχη ακούγοντας κάποιον