165 αποτελέσματα για «可»

可圧性 かあつせい

ουσιαστικό

  1. 01 συμπιεστότητα
可換群 かかんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 αβελιανή ομάδα, αντιμεταθετική ομάδα
可逆反応 かぎゃくはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστρεπτή αντίδραση
可塑物 かそぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλαστικά
可塑物質 かそぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλαστικά
可鍛鉄 かたんてつ

ουσιαστικό

  1. 01 ελατό χυτοσίδηρος
可能選択 かのうせんたく

ουσιαστικό

  1. 01 διαθέσιμη επιλογή
可能法 かのうほう

ουσιαστικό

  1. 01 δυνητική έγκλιση
可変数 かへんすう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβλητός αριθμός
可変抵抗器 かへんていこうき

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβλητή αντίσταση, ροοστάτης, ποτενσιόμετρο
可用 かよう

ουσιαστικό

  1. 01 διαθέσιμος, σε υπηρεσία
可撓 かとう

ουσιαστικό

  1. 01 εύκαμπτος
可鎔性 かようせい

ουσιαστικό

  1. 01 τηκτότητα (στη μεταλλουργία)
可溶片 かようへん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλεια (ηλεκτρική)
可塑材 かそざい

ουσιαστικό

  1. 01 πλαστικό υλικό
可否を採る かひをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διενεργώ ψηφοφορία για το ναι ή το όχι
可能世界モデル かのうせかいモデル

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο πιθανών κόσμων
可逆機関 かぎゃくきかん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστρεπτή μηχανή
可逆電池 かぎゃくでんち

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστρέψιμο στοιχείο
可塑性物質 かそせいぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλαστικές ύλες