328 αποτελέσματα για «名»

名前出し なまえだし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφάνιση με το ονοματεπώνυμο, αποκάλυψη ονόματος (σε πινακίδα κ.λπ.)
名刺交換 めいしこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 ανταλλαγή επαγγελματικών καρτών
名場面 めいばめん

ουσιαστικό

  1. 01 εμβληματική σκηνή, χαρακτηριστικό στιγμιότυπο (π.χ. σε ταινία ή θεατρικό έργο)
名誉教授 めいよきょうじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ομότιμος καθηγητής
名シーン めいシーン

ουσιαστικό

  1. 01 διάσημη σκηνή (σε ταινία ή θεατρικό έργο)
名鑑 めいかん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλογος, λίστα
名が通る ながとおる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι ευρέως γνωστός, είμαι διάσημος
名が挙がる ながあがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι διάσημος, αποκτώ φήμη
名利 めいり

ουσιαστικό

  1. 01 δόξα και πλούτος
名台詞 めいせりふ

ουσιαστικό

  1. 01 διάσημη ατάκα (από ταινία, βιβλίο κ.λπ.), κλασική ατάκα, εμβληματική ατάκα
名産地 めいさんち

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή διάσημη για την παραγωγή κάποιου προϊόντος, συνήθως τροφίμου
名演 めいえん

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετική ερμηνεία, κορυφαία απόδοση
名指す なざす

ρήμα

  1. 01 ονομάζω, κατονομάζω, αναφέρω ονομαστικά
名誉心 めいよしん

ουσιαστικό

  1. 01 επιθυμία για δόξα, φιλοδοξία για τιμή
名にし負う なにしおう

άλλο

  1. 01 διάσημος, ξακουστός, αντάξιος του ονόματός του
名コンビ めいコンビ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτυχημένο δίδυμο, αχώριστο ζευγάρι
名城 めいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπέροχο κάστρο, διάσημο κάστρο
名誉会長 めいよかいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 επίτιμος πρόεδρος
名号 みょうごう

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα του Βούδα (ειδικά όταν χρησιμοποιείται σε προσευχή)
  2. 02 φήμη, δόξα
名人芸 めいじんげい

ουσιαστικό

  1. 01 αριστοτεχνική εκτέλεση, δεξιοτεχνία