134 αποτελέσματα για «固»

固有選択字句 こゆうせんたくじく

ουσιαστικό

  1. 01 εξ ορισμού προαιρετικό διακριτικό (token)
固有文字集合 こゆうもじしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 κογιού μότζι σουγκόου, σύνολο ιδιότυπων χαρακτήρων
固体レーザ こたいレーザ

ουσιαστικό

  1. 01 λέιζερ στερεάς κατάστασης
固有射 こゆうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιάζουσα απεικόνιση, απεικόνιση όπου η αντίστροφη εικόνα ενός συμπαγούς συνόλου είναι συμπαγές σύνολο
固体惑星 こたいわくせい

ουσιαστικό

  1. 01 γήινος πλανήτης, βραχώδης πλανήτης
固定効果 こていこうか

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερή επίδραση
固有ベクトル こゆうベクトル

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοδιάνυσμα
固食 こしょく

ουσιαστικό

  1. 01 κατανάλωση μόνο των αγαπημένων τροφών, διατήρηση μιας μονότονης διατροφής, κακή διατροφή
固体化学 こたいかがく

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοχημεία
固定焦点カメラ こていしょうてんカメラ

ουσιαστικό

  1. 01 κάμερα σταθερού εστιακού μήκους
固定ツイート こていツイート

ουσιαστικό

  1. 01 καρφιτσωμένο tweet (tweet που εμφανίζεται πάντα στην κορυφή της σελίδας λογαριασμού κάποιου)
固ツイ こツイ

ουσιαστικό

  1. 01 καρφιτσωμένο tweet
固有名詞学 こゆうめいしがく

ουσιαστικό

  1. 01 ονοματολογία, μελέτη των κυρίων ονομάτων
固定価格全量買取制度 こていかかくぜんりょうかいとりせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε καθορισμένη τιμή, σύστημα τροφοδότησης στο δίκτυο (feed-in tariff)
固有多項式 こゆうたこうしき

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτηριστικό πολυώνυμο
固有形容詞 こゆうけいようし

ουσιαστικό

  1. 01 κύριο επίθετο
固定ギア こていギア

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερό γρανάζι (σε ποδήλατο)
固着性 こちゃくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ακινησία, τάση προσκόλλησης
固定残業代 こていざんぎょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερή αποζημίωση υπερωριακής απασχόλησης, προκαθορισμένος μισθός υπερωριών
固定剤 こていざい

ουσιαστικό

  1. 01 σταθεροποιητής, στερεωτικό μέσο