247 αποτελέσματα για «土»

土瓶蒸し どびんむし

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό μαγειρεμένο στον ατμό μέσα σε πήλινη τσαγιέρα
土佐日記 とさにっき

ουσιαστικό

  1. 01 Τόσα Νίκι (ημερολόγιο του 935 μ.Χ.)
土日祝 どにちしゅく

ουσιαστικό

  1. 01 Σάββατα, Κυριακές και αργίες
土建業 どけんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστικός κλάδος, κλάδος δομικών έργων
土を均す つちをならす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ισοπεδώνω το έδαφος
土木工学 どぼくこうがく

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική μηχανική
土地利用 とちりよう

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση γης
土釜 どがま

ουσιαστικό

  1. 01 πήλινο σκεύος για το μαγείρεμα του ρυζιού
土地改良 とちかいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 βελτίωση γης
土産店 みやげてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα τουριστικών ειδών
土遊び つちあそび

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι με χώμα, η δημιουργία αντικειμένων από χώμα (για διασκέδαση)
土性骨 どしょうぼね

ουσιαστικό

  1. 01 έμφυτος χαρακτήρας, πνεύμα, τσαγανό
土鈴 どれい

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικό κουδούνι
土面 どめん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο από πηλό (κατασκευασμένο σαν μάσκα ή ως διακοσμητικό)
土壇 どだん

ουσιαστικό

  1. 01 χωμάτινος λόφος
  2. 02 χωμάτινα τοιχώματα στο εσωτερικό της εστίας ενός δωματίου τσαγιού
  3. 03 χωμάτινη πλατφόρμα που χρησιμοποιούνταν για την εκτέλεση αποκεφαλισμών κατά την περίοδο Έντο
土地改革 とちかいかく

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτική μεταρρύθμιση
土用波 どようなみ

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλά κύματα που προκαλούνται κατά τη διάρκεια των σκυλίσιων ημερών του καλοκαιριού
土用干し どようぼし

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινό άπλωμα για αερισμό (ρούχων)
土語 どご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα των ιθαγενών, τοπική διάλεκτος, μητρική γλώσσα
  2. 02 διάλεκτος, τοπικό ιδίωμα
土偏 つちへん

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό της γης (καταλαμβάνει τη θέση στα αριστερά του χαρακτήρα, ριζικό 32)