154 αποτελέσματα για «在»

在欧 ざいおう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμονή στην Ευρώπη, παραμονή στην Ευρώπη
在るがまま あるがまま

άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 όπως είναι, απλός (για την αλήθεια), γυμνός, αμετάμφιεστος, ατόφιος, ανυπερβολικός, ειλικρινής, αληθινός, ευθύς, ειλικρινής
在日米陸軍 ざいにちべいりくぐん

ουσιαστικό

  1. 01 Στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ιαπωνία
在留期間更新許可 ざいりゅうきかんこうしんきょか

ουσιαστικό

  1. 01 παράταση άδειας διαμονής
在外邦人 ざいがいほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 ιάπωνες πολίτες που διαμένουν στο εξωτερικό, απόδημοι ιάπωνες
在籍専従者 ざいせきせんじゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνδικαλιστικό στέλεχος πλήρους απασχόλησης που παραμένει υπάλληλος σε εταιρεία
在郷者 ざいごうもの

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοικος της υπαίθρου, επαρχιώτης, αγροίκος
在外研究員 ざいがいけんきゅういん

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητής στο εξωτερικό
在監の長 ざいかんのおさ

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής φυλακών
在外日本人 ざいがいにほんじん

ουσιαστικό

  1. 01 Ιάπωνας που διαμένει στο εξωτερικό
在らしめる あらしめる

ρήμα

  1. 01 φέρνω στην ύπαρξη, καθιστώ υπαρκτό, επιτρέπω να υπάρχει
在職証明書 ざいしょくしょうめいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 βεβαίωση εργασίας
在庫資金 ざいこしきん

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλαιο αποθεμάτων
在庫投資 ざいことうし

ουσιαστικό

  1. 01 επένδυση σε αποθέματα
在庫循環 ざいこじゅんかん

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλος αποθεμάτων
在留届 ざいりゅうとどけ

ουσιαστικό

  1. 01 δήλωση διαμονής
在りし ありし

άλλο

  1. 01 προγενέστερος, παρελθοντικός, παλαιός
  2. 02 όσο κάποιος ζούσε, κατά τη διάρκεια της ζωής κάποιου
在樺コリアン ざいかコリアン

ουσιαστικό

  1. 01 κορεάτες που διαμένουν στη νήσο Σαχαλίνη
在居 ざいきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή, διαμονή, προσωρινή διαμονή
在すがり いますがり

ρήμα

  1. 01 υπάρχω