180 αποτελέσματα για «基»
基本財産 きほんざいさん
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδης περιουσία, κεφάλαιο, κληροδότημα, πάγια περιουσία
基本項目 きほんこうもく
ουσιαστικό
- 01 στοιχειώδες στοιχείο
基礎控除 きそこうじょ
ουσιαστικό
- 01 βασική ή τυπική έκπτωση φόρου
基層文化 きそうぶんか
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδης πολιτισμός (έννοια που πρότεινε ο Γερμανός λαογράφος Χανς Νάουμαν), βαθύτερος πολιτισμός
基底膜 きていまく
ουσιαστικό
- 01 βασική μεμβράνη, βασικός υμένας
基本のき きほんのき
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τα απολύτως βασικά (ιδιαίτερα σε εκπαιδευτικό πλαίσιο), η βάση των βασικών, το πιο θεμελιώδες στοιχείο
基地閉鎖 きちへいさ
ουσιαστικό
- 01 κλείσιμο βάσης (στρατιωτικός όρος)
基本周波数 きほんしゅうはすう
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδης συχνότητα, θεμελιώδης
基準化 きじゅんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κανονικοποίηση
基準内賃金 きじゅんないちんぎん
ουσιαστικό
- 01 σταθερός μισθός
基準外賃金 きじゅんがいちんぎん
ουσιαστικό
- 01 εκτός βασικού μισθού αποδοχές, πρόσθετες αποδοχές
基教 ききょう
ουσιαστικό
- 01 χριστιανισμός
基底部門 きていぶもん
ουσιαστικό
- 01 βασικό συστατικό
基本産業 きほんさんぎょう
ουσιαστικό
- 01 βασικές βιομηχανίες
基盤ソフト きばんソフト
ουσιαστικό
- 01 υποδομή λογισμικού, λογισμικό υποστήριξης
基 もとい
ουσιαστικό
- 01 βάση, θεμέλιο, απαρχή, πηγή
基語 きご
ουσιαστικό
- 01 πρωτογλώσσα, μητρική γλώσσα
- 02 ριζική λέξη, λέξη της πρωτογλώσσας
基本5文型 きほんごぶんけい
ουσιαστικό
- 01 οι πέντε βασικές δομές προτάσεων της αγγλικής γλώσσας (υποκείμενο-ρήμα, υποκείμενο-ρήμα-κατηγορούμενο, υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο, υποκείμενο-ρήμα-έμμεσο αντικείμενο-άμεσο αντικείμενο, υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο-επιρρηματικός προσδιορισμός αντικειμένου)
基礎率 きそりつ
ουσιαστικό
- 01 βασικός ρυθμός, βασικό ποσοστό
基準縁 きじゅんえん
ουσιαστικό
- 01 ακμή αναφοράς, ακμή οδήγησης
- 02 ακμή οδηγός