107 αποτελέσματα για «夏»
夏白菊 ナツシロギク
ουσιαστικό
- 01 παρθένιο (Tanacetum parthenium)
夏芽 かが
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρινός οφθαλμός
夏フェス なつフェス
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρινό φεστιβάλ (ειδικότερα υπαίθριο μουσικό φεστιβάλ)
夏風 なつかぜ
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρινό αεράκι
- 02 καλοκαιρινή γρίπη
夏の虫 なつのむし
ουσιαστικό, άλλο
- 01 καλοκαιρινό έντομο
- 02 σκόρος που πετάει προς τη φλόγα
夏虫疑氷 かちゅうぎひょう
ουσιαστικό
- 01 περιορισμένη αντίληψη λόγω έλλειψης εμπειρίας, άρνηση αποδοχής πραγμάτων που υπερβαίνουν την προσωπική περιορισμένη εμπειρία, ένα καλοκαιρινό έντομο που αμφιβάλλει για την ύπαρξη του πάγου
夏
- 01 καλοκαίρι