112 αποτελέσματα για «失»

失礼至極 しつれいしごく

επίθετο

  1. 01 εξαιρετικά αγενής, απρεπής, ανευλαβής
失敗隠し しっぱいかくし

ουσιαστικό

  1. 01 συγκάλυψη αποτυχίας
失注 しっちゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποτυχία λήψης παραγγελίας, απώλεια ευκαιρίας πώλησης, χαμένη πώληση
失感情症 しつかんじょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σικαντζοσό (αλεξιθυμία, η αδυναμία έκφρασης ή αναγνώρισης συναισθημάτων)
失敗例 しっぱいれい

ουσιαστικό

  1. 01 περίπτωση αποτυχίας, παράδειγμα αποτυχίας
失われた30年 うしなわれたさんじゅうねん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 χαμένη τριακονταετία, χαμένες δεκαετίες, περίοδος οικονομικής στασιμότητας στην Ιαπωνία που ξεκίνησε περίπου το 1991
失われた鎖 うしなわれたくさり

ουσιαστικό

  1. 01 ελλείπων κρίκος
失冠 しっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απώλεια τίτλου (σε άθλημα, σόγκι, κ.λπ.)
失礼ですが しつれいですが

άλλο, επιφώνημα

  1. 01 με συγχωρείτε, αλλά...
  2. 02 με κάθε σεβασμό
失楽園 しつらくえん

ουσιαστικό

  1. 01 Χαμένος Παράδεισος (ποίημα του Μίλτον)
失われた時を求めて うしなわれたときをもとめて

ουσιαστικό

  1. 01 Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (μυθιστορήματα του Μαρσέλ Προυστ), Σε αναζήτηση του χαμένου χρόνου
  1. 01 χάνω
  2. 02 λάθος
  3. 03 σφάλμα, ελάττωμα
  4. 04 μειονέκτημα
  5. 05 απώλεια