114 αποτελέσματα για «完»

完全食 かんぜんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 διατροφικά πλήρης τροφή (π.χ. υποκατάστατο γεύματος), προϊόν τροφίμου ή γεύμα που παρέχει όλα τα θρεπτικά συστατικά που απαιτούνται για καλή υγεία
完品 かんぴん

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρες αντικείμενο, αντικείμενο χωρίς ελλείποντα μέρη
完動品 かんどうひん

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρως λειτουργική συσκευή (ειδικότερα για αντικείμενα που πωλούνται ως μεταχειρισμένα)
完備性 かんびせい

ουσιαστικό

  1. 01 πληρότητα
完成物 かんせいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό προϊόν, ολοκληρωμένο προϊόν
完了食 かんりょうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 στερεά τροφή (όπως δίνεται σε νήπια αφού έχουν απογαλακτιστεί πλήρως)
完全養殖 かんぜんようしょく

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης ιχθυοκαλλιέργεια, εκτροφή ψαριών κ.λπ. σε κλειστό κύκλο
完全自由主義 かんぜんじゆうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φιλελευθερισμός
完ミ かんミ

ουσιαστικό

  1. 01 αποκλειστική διατροφή με βρεφικό γάλα
完黙 かんもく

ουσιαστικό

  1. 01 παραμένω σιωπηλός (αναφορικά με ύποπτο σε ποινική έρευνα)
完全黙秘 かんぜんもくひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης άρνηση κατάθεσης (σχετικά με έγκλημα), παραμονή στη σιωπή
完全体 かんぜんたい

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης μορφή, τέλεια μορφή, τελική μορφή
  2. 02 τέλειο σώμα (στα μαθηματικά)
完全骨折 かんぜんこっせつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρες κάταγμα
  1. 01 τέλειος
  2. 02 ολοκλήρωση, συμπλήρωση
  3. 03 τέλος, λήξη