431 αποτελέσματα για «実»
実相 じっそう
ουσιαστικό
- 01 πραγματικότητα, πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, αληθής κατάσταση των πραγμάτων
- 02 αληθής μορφή όλων των πραγμάτων όπως είναι, απόλυτη πραγματικότητα
実行可能 じっこうかのう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 εκτελέσιμος (π.χ. εκτελέσιμο αρχείο), εφαρμόσιμος
実存 じつぞん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ύπαρξη
実刑 じっけい
ουσιαστικό
- 01 ποινή φυλάκισης (χωρίς αναστολή)
実況中継 じっきょうちゅうけい
ουσιαστικό
- 01 ζωντανή μετάδοση, ρεπορτάζ από το σημείο
実行中 じっこうちゅう
ουσιαστικό
- 01 σε εξέλιξη, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης, χρόνος εκτέλεσης
実家暮らし じっかぐらし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαμονή με τους γονείς, διαμονή στο πατρικό σπίτι
実行者 じっこうしゃ
ουσιαστικό
- 01 εκτελεστής
実用品 じつようひん
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο καθημερινής χρήσης, οικιακό σκεύος
実印 じついん
ουσιαστικό
- 01 επίσημα καταχωρισμένη σφραγίδα
実験段階 じっけんだんかい
ουσιαστικό
- 01 πειραματικό στάδιο, πειραματική φάση
実績を残す じっせきをのこす
άλλο, ρήμα
- 01 επιτυγχάνω κάτι, αφήνω το στίγμα μου, προκαλώ εντύπωση, χτίζω ένα ιστορικό επιτευγμάτων
実現性 じつげんせい
ουσιαστικό
- 01 πρακτικότητα, εφικτότητα, λειτουργικότητα, αναμενόμενη υλοποίηση
実食 じっしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δοκιμή τροφής από τον ίδιο, κατανάλωση (ενός νέου προϊόντος, ενός φημισμένου πιάτου κ.λπ.)
実証実験 じっしょうじっけん
ουσιαστικό
- 01 απόδειξη ιδέας, πειραματική επίδειξη, δοκιμή επαλήθευσης
実録 じつろく
ουσιαστικό
- 01 αυθεντική καταγραφή, πιστή αναφορά
実地訓練 じっちくんれん
ουσιαστικό
- 01 πρακτική άσκηση, εκπαίδευση στον χώρο εργασίας
実効支配 じっこうしはい
ουσιαστικό
- 01 ουσιαστικός έλεγχος (επί εδάφους), ενεργός έλεγχος
実証的 じっしょうてき
επίθετο
- 01 εμπειρικός, θετικός
実のない みのない
άλλο, επίθετο
- 01 ουσιαστικός, άσκοπος