108 αποτελέσματα για «寄»

寄生的頭蓋結合体 きせいてきずがいけつごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 παρασιτικό κρανιοπάγο δίδυμο
寄主 きしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ξενιστής
寄生地主制 きせいじぬしせい

ουσιαστικό

  1. 01 παρασιτικό σύστημα γαιοκτησίας, σύστημα απόντων γαιοκτημόνων
寄せ接ぎ よせつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 προσέγγιση εμβολιασμού
  2. 02 προσέγγιση εμβολιασμού
寄る年波 よるとしなみ

άλλο

  1. 01 προχωρημένη ηλικία, πλησιάζοντας τα γηρατειά, σταδιακή γήρανση
寄せ物 よせもの

ουσιαστικό

  1. 01 ποικιλία φαγητών, πουτίγκα
寄生根 きせいこん

ουσιαστικό

  1. 01 απορροφητικό όργανο, παρασιτική ρίζα
  1. 01 πλησιάζω
  2. 02 περνάω από
  3. 03 φέρνω κοντά
  4. 04 συγκεντρώνω
  5. 05 συλλέγω
  6. 06 στέλνω
  7. 07 προωθώ