147 αποτελέσματα για «寝»

寝台券 しんだいけん

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο για κλινάμαξα
寝殿造り しんでんづくり

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμός ανακτορικής αρχιτεκτονικής της περιόδου Χεϊάν
寝刃 ねたば

ουσιαστικό

  1. 01 στομωμένη λεπίδα, αμβλύ σπαθί
寝汚い いぎたない

επίθετο

  1. 01 βαθιά κοιμισμένος
  2. 02 ακατάστατος, ατημέλητος
寝具類 しんぐるい

ουσιαστικό

  1. 01 κλινοσκεπάσματα
寝相がいい ねぞうがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 κοιμάμαι ήσυχα χωρίς να στριφογυρίζω
寝押し ねおし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιδέρωμα ρούχων ή άλλων υφασμάτων με την τοποθέτησή τους κάτω από το στρώμα κατά τη διάρκεια του ύπνου
寝ぐせ直し ねぐせなおし

ουσιαστικό

  1. 01 περιποίηση των μαλλιών που έχουν ανακατωθεί από τον ύπνο
  2. 02 προϊόν μαλλιών για την περιποίηση των μαλλιών που έχουν ανακατωθεί από τον ύπνο
寝タバコ ねタバコ

ουσιαστικό

  1. 01 το κάπνισμα στο κρεβάτι
寝バック ねバック

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραποστολική στάση από πίσω (σεξουαλική στάση)
寝違い ねちがい

ουσιαστικό

  1. 01 πιάσιμο του αυχένα, αυχενικό πιάσιμο
寝釈迦 ねしゃか

ουσιαστικό

  1. 01 απεικόνιση του ξαπλωμένου Βούδα
寝待月 ねまちづき

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγάρι της 19ης ημέρας του σεληνιακού μήνα
寝業師 ねわざし

ουσιαστικό

  1. 01 πανούργος, ραδιούργος, άτομο που χρησιμοποιεί αθέμιτες μεθόδους
寝ゲロ ねゲロ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έμετος κατά τη διάρκεια του ύπνου
寝際 ねぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 λίγο πριν τον ύπνο, αμέσως μετά την αποκοίμηση
寝化粧 ねげしょう

ουσιαστικό

  1. 01 μακιγιάζ που εφαρμόζεται πριν τον ύπνο
寝乱れ髪 ねみだれがみ

ουσιαστικό

  1. 01 μαλλιά ανακατεμένα από τον ύπνο
寝るほど楽はなかりけり ねるほどらくはなかりけり

άλλο

  1. 01 δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από τον ύπνο
寝食い ねぐい

ουσιαστικό

  1. 01 αεργία, τεμπελιά, οκνηρή διαβίωση