117 αποτελέσματα για «専»

専有面積 せんゆうめんせき

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτικός χώρος, αποκλειστική επιφάνεια (σε διαμέρισμα ή συγκρότημα κατοικιών)
専門組織 せんもんそしき

ουσιαστικό

  1. 01 εξειδικευμένος οργανισμός
専門病院 せんもんびょういん

ουσιαστικό

  1. 01 νοσοκομείο ειδικών παθήσεων, ειδικό νοσοκομείο
専門機関 せんもんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικευμένος φορέας, εξειδικευμένος οργανισμός, επαγγελματικός φορέας
専門知 せんもんち

ουσιαστικό

  1. 01 εξειδικευμένη γνώση, τεχνογνωσία, ειδική ευφυΐα
専売事業 せんばいじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικό μονοπώλιο
専売権 せんばいけん

ουσιαστικό

  1. 01 αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης, μονοπώλιο
専門学院 せんもんがくいん

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική σχολή
専願 せんがん

ουσιαστικό

  1. 01 μοναδική αίτηση, αίτηση για εισαγωγή σε ένα μόνο εκπαιδευτικό ίδρυμα
専売所 せんばいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτορείο τύπου που πουλάει αποκλειστικά εφημερίδες μιας συγκεκριμένης εκδοτικής εταιρείας
専門卒 せんもんそつ

ουσιαστικό

  1. 01 απόφοιτος επαγγελματικής σχολής
専卒 せんそつ

ουσιαστικό

  1. 01 απόφοιτος επαγγελματικής σχολής
専任読手 せんにんどくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ορισμένος αναγνώστης (στο καρούτα), ειδικός απαγγέλλων, ανώτατος βαθμός προσόντων αναγνώστη
専攻医 せんこうい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικευόμενος ιατρός
専修医 せんしゅうい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικευόμενος ιατρός σε εξειδικευμένη εκπαίδευση
専修大学北海道短期大学 せんしゅうだいがくほっかいどうたんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Κολλέγιο Χοκάιντο του Πανεπιστημίου Σενσού
  1. 01 ειδικότητα
  2. 02 αποκλειστικός
  3. 03 κυρίως
  4. 04 αποκλειστικά