113 αποτελέσματα για «少»
少額投資非課税制度 しょうがくとうしひかぜいせいど
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό αφορολόγητο σύστημα μικροεπενδύσεων, NISA
少年鑑別所法 しょうねんかんべつしょほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί σωφρονιστικών ιδρυμάτων ανηλίκων
少陽 しょうよう
ουσιαστικό
- 01 το μικρό γιανγκ (στο γιν-γιανγκ)
少数言語 しょうすうげんご
ουσιαστικό
- 01 μειονοτική γλώσσα
少年飛行兵 しょうねんひこうへい
ουσιαστικό
- 01 έφηβος δόκιμος αεροπόρος (ηλικίας 14-19 ετών) στην Αεροπορική Υπηρεσία του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού (κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο)
少飛 しょうひ
ουσιαστικό
- 01 έφηβος δόκιμος (ηλικίας 14-19 ετών) στην Αεροπορική Υπηρεσία του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού (κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου)
少額短期保険 しょうがくたんきほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλιση μικρού ποσού και σύντομης διάρκειας
少産少死 しょうさんしょうし
ουσιαστικό
- 01 χαμηλός δείκτης γεννητικότητας και χαμηλός δείκτης θνησιμότητας
少年期 しょうねんき
ουσιαστικό
- 01 εφηβεία
- 02 παιδική ηλικία
少年漫画 しょうねんまんが
ουσιαστικό
- 01 σόνεν μάνγκα, κόμικς για αγόρια, μάνγκα που απευθύνεται σε νεαρό ανδρικό κοινό
少年院法 しょうねんいんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί σωφρονιστικών ιδρυμάτων ανηλίκων, νομοθεσία αναμορφωτηρίων
少林寺拳法世界連合 しょうりんじけんぽうせかいれんごう
ουσιαστικό
- 01 Παγκόσμια Οργάνωση Σορίντζι Κέμπο
少
- 01 λίγος
- 02 λίγος