106 αποτελέσματα για «居»

居竦まる いすくまる

ρήμα

  1. 01 μένω ακίνητος καθισμένος (λόγω φόβου, έκπληξης κ.λπ.)
居すくむ いすくむ

ρήμα

  1. 01 παραλύω από τον φόβο ή την έκπληξη παραμένοντας καθιστός, παγώνω στη θέση μου
居待月 いまちづき

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγάρι της δέκατης όγδοης ημέρας του σεληνιακού μήνα
居合わす いあわす

ρήμα

  1. 01 τυχαίνει να παρίσταμαι
居食屋 いしょくや

ουσιαστικό

  1. 01 εστιατόριο, ταβέρνα
  1. 01 κατοικώ
  2. 02 είμαι
  3. 03 υπάρχω
  4. 04 συζώ