112 αποτελέσματα για «岩»
岩桜 イワザクラ
ουσιαστικό
- 01 ιβαζακούρα (είδος πρίμουλας)
岩鏡 イワカガミ
ουσιαστικό
- 01 ιβακαγκάμι (είδος πολυετούς πόας της οικογένειας Diapensiaceae)
岩体 がんたい
ουσιαστικό
- 01 βραχώδης μάζα, πέτρινο σώμα, συμπαγές πέτρωμα
岩手医科大学 いわていかだいがく
ουσιαστικό
- 01 Ιατρικό Πανεπιστήμιο Ιουάτε
岩手県立美術館 いわてけんりつびじゅつかん
ουσιαστικό
- 01 Μουσείο Τέχνης του Νομού Ιουάτε, Μουσείο Τέχνης Ιουάτε
岩波 いわなみ
ουσιαστικό
- 01 Ιουανάμι (εκδοτικός οίκος)
- 02 Ιουανάμι
岩手保健医療大学 いわてほけんいりょうだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Υγείας και Ιατρικών Επιστημών Ιβάτε
岩手県立大学 いわてけんりつだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Νομού Ιουάτε
岩手県警 いわてけんけい
ουσιαστικό
- 01 Αστυνομία Νομού Ιβάτε (συντ.)
岩国 いわこく
ουσιαστικό
- 01 Ιουανάμι Κοκούγκο Τζότεν (ιαπωνικό λεξικό που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Ιουανάμι Σότεν) (συντομογραφία)
岩波国語辞典 いわなみこくごじてん
ουσιαστικό
- 01 Ιουανάμι Κοκούγκο Τζιτεν (ιαπωνικό λεξικό που εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Ιουανάμι Σότεν)
岩
- 01 ογκόλιθος
- 02 βράχος
- 03 γκρεμός