126 αποτελέσματα για «工»

工場従業員 こうじょうじゅうぎょういん

ουσιαστικό

  1. 01 εργάτης εργοστασίου
工業主導型経済 こうぎょうしゅどうがたけいざい

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανοκεντρική οικονομία
工業先進国 こうぎょうせんしんこく

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες
工程線 こうていせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή παραγωγής
工場渡し こうじょうわたし

ουσιαστικό

  1. 01 παράδοση στο εργοστάσιο, εξ εργοστασίου (EXW)
工数管理 こうすうかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση ανθρωποωρών, διαχείριση εργατικού δυναμικού
工場簿記 こうじょうぼき

ουσιαστικό

  1. 01 εργοστασιακή λογιστική, εργοστασιακή τήρηση βιβλίων, λογαριασμός κατασκευαστή
工順 こうじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά εργασιών, δρομολόγηση, διαδρομή
工業試験場 こうぎょうしけんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικός πειραματικός σταθμός, ινστιτούτο βιομηχανικής έρευνας, σταθμός βιομηχανικών δοκιμών
工業用テレビジョン こうぎょうようテレビジョン

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανική τηλεόραση
工業資本主義 こうぎょうしほんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικός καπιταλισμός
工場式農場 こうじょうしきのうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εντατική κτηνοτροφική μονάδα
工場飼育 こうじょうしいく

ουσιαστικό

  1. 01 εντατική κτηνοτροφία, βιομηχανική εκτροφή, εντατική εκτροφή
工場式畜産 こうじょうしきちくさん

ουσιαστικό

  1. 01 εντατική κτηνοτροφία
工場出荷時設定 こうじょうしゅっかじせってい

ουσιαστικό

  1. 01 εργοστασιακές ρυθμίσεις, προεπιλεγμένες ρυθμίσεις
工尺譜 こうしゃくふ

ουσιαστικό

  1. 01 κοτσιάκουφου, σημειογραφία κόνγκτσε
工銭 こうせん

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβή εργασίας, μεροκάματο, πληρωμή
工料 こうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος εργασίας, αμοιβή, μεροκάματο, πληρωμή
工業デザイナー こうぎょうデザイナー

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικός σχεδιαστής
工場出荷時 こうじょうしゅっかじ

ουσιαστικό

  1. 01 κατά την εργοστασιακή αποστολή, από το εργοστάσιο (π.χ. ρυθμίσεις), χρόνος αποστολής