152 αποτελέσματα για «広»

広帯域ネットワーク こうたいいきネットワーク

ουσιαστικό

  1. 01 ευρυζωνικό δίκτυο
広帯域総合ディジタル通信網 こうたいいきそうごうディジタルつうしんもう

ουσιαστικό

  1. 01 ευρυζωνικό ψηφιακό δίκτυο ενοποιημένων υπηρεσιών
広帯域伝送 こうたいいきでんそう

ουσιαστικό

  1. 01 ευρυζωνική μετάδοση
広報広聴 こうほうこうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διασπορά πληροφοριών (π.χ. δημόσιες σχέσεις), συλλογή πληροφοριών (π.χ. διαβούλευση)
広汎子宮全摘出術 こうはんしきゅうぜんてきしゅつじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 διευρυμένη υστερεκτομή
広汎性発達障害 こうはんせいはったつしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή, διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή
広告宣伝車 こうこくせんでんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφημιστικό φορτηγό
広葉桂 ひろはかつら

ουσιαστικό

  1. 01 Χιροχά-κατσούρα (είδος κατσούρας)
広葉雪笹 ひろはゆきざさ

ουσιαστικό

  1. 01 Μαιάνθεμον το ιεσοένσιο (ανθοφόρο φυτό της οικογένειας των Ασπαραγίδων)
広域市 こういきし

ουσιαστικό

  1. 01 μητροπολιτική πόλη (Νότια Κορέα)
広西チワン族自治区 こうせいチワンぞくじちく

ουσιαστικό

  1. 01 Αυτόνομη Περιοχή Γκουανγκσί Τζουάνγκ (Κίνα)
広義の遺伝率 こうぎのいでんりつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κληρονομησιμότητα ευρείας έννοιας
広卵形 こうらんけい

ουσιαστικό

  1. 01 πλατύωο σχήμα (για φύλλα, πέταλα, κ.λπ.)
広報室 こうほうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο δημοσίων σχέσεων
広島菜 ひろしまな

ουσιαστικό

  1. 01 χιροσιμάνα (ποικιλία κινεζικού λάχανου)
広東鍋 カントンなべ

ουσιαστικό

  1. 01 καντονέζικο γουόκ, γουόκ με κυκλικές λαβές στις απέναντι πλευρές
広告掲載料 こうこくけいさいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος διαφήμισης
広長舌 こうちょうぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρηγορία, πολυλογία
  2. 02 μακριά γλώσσα (ένα από τα τριάντα δύο σημάδια ενός μεγάλου ανδρός)
広告取り こうこくとり

ουσιαστικό

  1. 01 διαφημιστής, πωλητής διαφημίσεων
広報局 こうほうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο δημόσιων σχέσεων, υπηρεσία ενημέρωσης