281 αποτελέσματα για «引»
引き取り手 ひきとりて
ουσιαστικό
- 01 διεκδικητής, κηδεμόνας
引き回す ひきまわす
ρήμα
- 01 σύρω γύρω (π.χ. κουρτίνα), σέρνω τριγύρω
- 02 ξεναγώ (κάποιον) τριγύρω, περιφέρω
- 03 κατευθύνω, οδηγώ, καθοδηγώ
引き摺り込む ひきずりこむ
ρήμα
- 01 σέρνω μέσα, τραβώ μέσα
引導 いんどう
ουσιαστικό
- 01 τελευταία λόγια που απαγγέλλονται σε πρόσφατα θανόντες, νεκρώσιμη ακολουθία
- 02 προσηλυτισμός ατόμων στον βουδισμό
引き受け ひきうけ
ουσιαστικό
- 01 ανάληψη, αποδοχή
引き びき
επίθημα
- 01 έκπτωση, μείωση τιμής
- 02 επικαλυμμένος, επιμεταλλωμένος
引き潮 ひきしお
ουσιαστικό
- 01 παλίρροια που υποχωρεί, άμπωτη
引き換える ひきかえる
ρήμα
- 01 ανταλλάσσω (πράγματα), μετατρέπω (νόμισμα)
- 02 βρίσκομαι σε αντίθεση (με), έρχομαι σε αντίθεση (με)
引っさげる ひっさげる
ρήμα
- 01 κρατώ στο χέρι, κουβαλώ μαζί μου
- 02 οδηγώ, ηγούμαι (π.χ. στρατευμάτων)
- 03 παρουσιάζω (π.χ. ένα ζήτημα, πολιτική, έργο τέχνης), φέρνω στο προσκήνιο
引き落とす ひきおとす
ρήμα
- 01 τραβώ προς τα κάτω, κατεβάζω
- 02 χρεώνω (από τραπεζικό λογαριασμό), πληρώνω με πάγια εντολή
引き直す ひきなおす
ρήμα
- 01 ξανασχεδιάζω (μια γραμμή)
- 02 ξαναπαθαίνω (κρυολόγημα)
- 03 ξανασυμβουλεύομαι (μια αναφορά)
引きつり ひきつり
ουσιαστικό
- 01 ουλή
- 02 σπασμός, τίναγμα, κράμπα
引き下げ ひきさげ
ουσιαστικό
- 01 μείωση, περικοπή
引かす ひかす
ρήμα
- 01 εξοφλώ χρέη (π.χ. μιας γκέισας)
引見 いんけん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ακρόαση, συνέντευξη
引き出物 ひきでもの
ουσιαστικό
- 01 δώρο, ενθύμιο
引っかき傷 ひっかききず
ουσιαστικό
- 01 αμυχή, γρατζουνιά
引く手 ひくて
ουσιαστικό
- 01 θαυμαστής, υποκινητής
引き合わせ ひきあわせ
ουσιαστικό
- 01 γνωριμία, συνάντηση
引き手 ひきて
ουσιαστικό
- 01 πόμολο, λαβή, μάνταλο, προστάτης