126 αποτελέσματα για «形»

形式的法源 けいしきてきほうげん

ουσιαστικό

  1. 01 τυπική πηγή του δικαίου
形式言語 けいしきげんご

ουσιαστικό

  1. 01 τυπική γλώσσα
形態素語 けいたいそご

ουσιαστικό

  1. 01 μορφολογική λέξη
形態素解析器 けいたいそかいせきき

ουσιαστικό

  1. 01 μορφολογικός αναλυτής
形而上絵画 けいじじょうかいが

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφυσική ζωγραφική
形態機能的 けいたいきのうてき

επίθετο

  1. 01 μορφολειτουργικός
形態機能的変化 けいたいきのうてきへんか

ουσιαστικό

  1. 01 μορφολειτουργικές αλλαγές
形臨 けいりん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιγραφή καλλιγραφίας από πρότυπο
形ク けいク

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος κλίσης κου για τα ι-επίθετα στην κλασική ιαπωνική γλώσσα
形シク けいシク

ουσιαστικό

  1. 01 κει-σίκου (κλασικός κλιτικός τύπος επιθέτων σε -ι)
形容枯槁す けいようここうす

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι εξαντλημένος, γίνομαι αποσκελετωμένος, μαραίνομαι
形態安定 けいたいあんてい

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή στο τσαλάκωμα, αντοχή στις ζάρες, διατήρηση σχήματος
形式文法 けいしきぶんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 τυπική γραμματική
形状詞 けいじょうし

ουσιαστικό

  1. 01 επιθετικό ουσιαστικό, επίθετο σε -να
形態音素 けいたいおんそ

ουσιαστικό

  1. 01 μορφοφωνημα
形態音韻論 けいたいおんいんろん

ουσιαστικό

  1. 01 μορφοφωνολογία, μορφοφωνημική
形状記憶 けいじょうきおく

ουσιαστικό

  1. 01 μνήμη σχήματος (κράμα, πολυμερές κ.ά.)
形容詞的 けいようしてき

επίθετο

  1. 01 επίθετος
形式化 けいしきか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τυποποίηση
形式語 けいしきご

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματική λέξη, λειτουργική λέξη