154 αποτελέσματα για «急»

急進党 きゅうしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 ριζοσπαστικό πολιτικό κόμμα
急難 きゅうなん

ουσιαστικό

  1. 01 ξαφνική ή απρόσμενη καταστροφή
急ぎ便 いそぎびん

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυμεταφορά, επείγουσα αποστολή
急行停車駅 きゅうこうていしゃえき

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός στάσης εξπρές τρένου
急性放射線障害 きゅうせいほうしゃせんしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 οξύ σύνδρομο ακτινοβολίας, οξεία ακτινική νόσος, οξεία βλάβη από ακτινοβολία
急性感染症 きゅうせいかんせんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 οξεία λοίμωξη
急性心筋炎 きゅうせいしんきんえん

ουσιαστικό

  1. 01 οξεία μυοκαρδίτιδα
急流下り きゅうりゅうくだり

ουσιαστικό

  1. 01 ράφτινγκ, κατάβαση ποταμού
急傾斜地 きゅうけいしゃち

ουσιαστικό

  1. 01 απότομη πλαγιά, απότομο έδαφος
急啓 きゅうけい

ουσιαστικό

  1. 01 αξιότιμε κύριε ή κυρία
急性冠症候群 きゅうせいかんしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 οξεία στεφανιαία συνδρομή, οσσ
急性灰白髄炎 きゅうせいかいはくずいえん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιομυελίτιδα, πολιο
急火 きゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 ξαφνική πυρκαγιά, κοντινή φωτιά
急進主義者 きゅうしんしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ριζοσπάστης
急性腎盂腎炎 きゅうせいじんうじんえん

ουσιαστικό

  1. 01 οξεία πυελονεφρίτιδα
急信 きゅうしん

ουσιαστικό

  1. 01 επείγον μήνυμα, κατεπείγουσα αποστολή
急行バス きゅうこうバス

ουσιαστικό

  1. 01 υπεραστικό λεωφορείο
急切 きゅうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 υπό πίεση, επείγων χαρακτήρας
急成長企業 きゅうせいちょうきぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ταχέως αναπτυσσόμενη επιχείρηση
急焼 きびしょ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή τσαγιέρα