162 αποτελέσματα για «投»

投機家 とうきか

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκόπος, ριψοκίνδυνος επενδυτής
投稿欄 とうこうらん

ουσιαστικό

  1. 01 στήλη αναγνωστών, στήλη επιστολών αναγνωστών
投手力 とうしゅりょく

ουσιαστικό

  1. 01 δυναμικό των ρίψεων (μιας ομάδας)
投機筋 とうきすじ

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκόπος
投融資 とうゆうし

ουσιαστικό

  1. 01 επένδυση και δανειοδότηση
投資計画 とうしけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 επενδυτικό σχέδιο
投下資本 とうかしほん

ουσιαστικό

  1. 01 επενδεδυμένο κεφάλαιο
投書家 とうしょか

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρογράφος (για παράδειγμα σε εφημερίδα), ανταποκριτής
投げ物 なげもの

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενα θυσίας, ρευστοποίηση μετοχών, πράγματα που πετάγονται
投稿文 とうこうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσιευμένο κείμενο, υποβολή (σε εφημερίδα, διαδικτυακό φόρουμ κ.λπ.)
投票締め切り とうひょうしめきり

ουσιαστικό

  1. 01 λήξη ψηφοφορίας
投壺 とうこ

ουσιαστικό

  1. 01 τόουκο, παιχνίδι ρίψης ράβδων σε δοχείο
投機熱 とうきねつ

ουσιαστικό

  1. 01 πυρετός κερδοσκοπίας
投資利益率 とうしりえきりつ

ουσιαστικό

  1. 01 απόδοση επένδυσης
投弾帯 とうだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 σφεντόνα
投げ首 なげくび

ουσιαστικό

  1. 01 σε απόγνωση, αμήχανος
投機師 とうきし

ουσιαστικό

  1. 01 τυχοδιώκτης, κερδοσκόπος
投手板 とうしゅばん

ουσιαστικό

  1. 01 πλάκα του πίτσερ
投企 とうき

ουσιαστικό

  1. 01 προβολή, σχεδιασμός, φιλοσοφική έννοια που εισήγαγε ο Χάιντεγκερ (Entwurf)
投票制度 とうひょうせいど

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογικό σύστημα