131 αποτελέσματα για «支»

支払利息 しはらいりそく

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα τόκων, πληρωτέοι τόκοι
支那蛤 しなはまぐり

ουσιαστικό

  1. 01 Meretrix petechialis (είδος αχιβάδας)
支那畜 しなちく

ουσιαστικό

  1. 01 Κινέζος (υβριστικός χαρακτηρισμός)
支那チョン シナチョン

ουσιαστικό

  1. 01 Κίνα και Κορέα, Κινέζοι και Κορεάτες
支那藤 しなふじ

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική γλυσίνα (Wisteria sinensis)
支配方程式 しはいほうていしき

ουσιαστικό

  1. 01 διέπουσα εξίσωση
支那薄色海豚 しなうすいろいるか

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικό λευκό δελφίνι (Sousa chinensis chinensis)
支那栗 しなぐり

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική καστανιά (Castanea mollissima)
支援費制度 しえんひせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα χρηματοδότησης υποστήριξης
支店番号 してんばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός υποκαταστήματος
支店コード してんコード

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός υποκαταστήματος
支持線 しじせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή στήριξης, επίπεδο στήριξης
  2. 02 συρματόσχοινο στήριξης, βοηθητικό καλώδιο
支柱語 しちゅうご

ουσιαστικό

  1. 01 λέξη-στήριγμα (γλωσσολογικός όρος)
支保工 しほこう

ουσιαστικό

  1. 01 υποστύλωση (σε μεταλλείο), αντιστήριγμα
支援体制 しえんたいせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα υποστήριξης
支払い回数 しはらいかいすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός δόσεων
支店名 してんめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα υποκαταστήματος
支燃性 しねんせい

ουσιαστικό

  1. 01 καυστότητα, αναφλεξιμότητα
支払者 しはらいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πληρωτής
支承 ししょう

ουσιαστικό

  1. 01 στήριγμα, έδρανο, εφέδρανο (π.χ. γέφυρας)