105 αποτελέσματα για «改»
改札機 かいさつき
ουσιαστικό
- 01 μηχάνημα επικύρωσης εισιτηρίων, πύλη εισιτηρίων
改造内閣 かいぞうないかく
ουσιαστικό
- 01 ανασχηματισμένη κυβέρνηση, αναμορφωμένη κυβέρνηση
改植 かいしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επαναφύτευση
改刷 かいさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επανασχεδιασμός (χαρτονομισμάτων), έκδοση νέων χαρτονομισμάτων
改
- 01 μεταρρύθμιση
- 02 αλλαγή
- 03 τροποποιώ
- 04 διορθώνω
- 05 ανανεώνω
- 06 εξετάζω
- 07 επιθεωρώ
- 08 αναζητώ