193 αποτελέσματα για «数»
数に物を言わせて かずにものをいわせて
άλλο
- 01 υπερέχοντας αριθμητικά, βασιζόμενος στην αριθμητική υπεροχή
数え役満 かぞえやくマン
ουσιαστικό
- 01 γιακουμάν που προκύπτει από τη συγκέντρωση τουλάχιστον 13 χαν
数寄屋造り すきやづくり
ουσιαστικό
- 01 αρχιτεκτονικός ρυθμός σουκίγια, τεχνοτροπία για οικίσκο τελετής τσαγιού
数表 すうひょう
ουσιαστικό
- 01 μαθηματικός πίνακας, αριθμητικός πίνακας
数行 すうこう
ουσιαστικό
- 01 μερικές γραμμές (π.χ. ιπτάμενων πουλιών), αρκετές χαρακιές (π.χ. από δάκρυα)
数学教育 すうがくきょういく
ουσιαστικό
- 01 μαθηματική εκπαίδευση
数値目標 すうちもくひょう
ουσιαστικό
- 01 τιμή στόχος, ποσό στόχος
数取り かずとり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μέτρημα
- 02 παιχνίδι μέτρησης
数え方 かぞえかた
ουσιαστικό
- 01 σύστημα αρίθμησης, τρόπος καταμέτρησης
数的優勢 すうてきゆうせい
ουσιαστικό
- 01 αριθμητική υπεροχή
数値計算 すうちけいさん
ουσιαστικό
- 01 αριθμητική πράξη, αριθμητικός υπολογισμός
数値解析 すうちかいせき
ουσιαστικό
- 01 αριθμητική ανάλυση
数詞 すうし N1
ουσιαστικό
- 01 αριθμητικό
数秘学 すうひがく
ουσιαστικό
- 01 αριθμολογία
数独 すうどく
ουσιαστικό
- 01 σουντόκου
数矢 かずや
ουσιαστικό
- 01 μαζικής παραγωγής βέλη, βέλη για εξάσκηση στον στόχο
数学パズル すうがくパズル
ουσιαστικό
- 01 μαθηματικό παζλ
数奇屋 すきや
ουσιαστικό
- 01 κιόσκι για τελετή τσαγιού
数理論理学 すうりろんりがく
ουσιαστικό
- 01 μαθηματική λογική
数理哲学 すうりてつがく
ουσιαστικό
- 01 φιλοσοφία των μαθηματικών, μαθηματική φιλοσοφία