522 αποτελέσματα για «新»

新素材 しんそざい

ουσιαστικό

  1. 01 προηγμένα υλικά, νέα υλικά υψηλής τεχνολογίας
新歓 しんかん

ουσιαστικό

  1. 01 υποδοχή νέων φοιτητών, μελών συλλόγου κ.λπ.
新約聖書 しんやくせいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 Καινή Διαθήκη
新開 しんかい

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα (ακαλλιέργητης γης)
新奇 しんき

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπος, καινούργιος, νεωτεριστικός
新聞屋 しんぶんや

ουσιαστικό

  1. 01 περίπτερο εφημερίδων, πωλητής εφημερίδων, διανομέας εφημερίδων
  2. 02 δημοσιογράφος εφημερίδας
新宮 しんぐう

ουσιαστικό

  1. 01 νεόκτιστο ιερό
新規事業 しんきじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 νέα επιχειρηματική δραστηριότητα
新進 しんしん

ουσιαστικό

  1. 01 ανερχόμενος, πολλά υποσχόμενος
新開発 しんかいはつ

ουσιαστικό

  1. 01 νέα ανάπτυξη, νέα ανακάλυψη
新報 しんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδήσεις
新道 しんどう

ουσιαστικό

  1. 01 νέος δρόμος
新館 しんかん

ουσιαστικό

  1. 01 νέο κτίριο, παράρτημα, προσθήκη
新機能 しんきのう

ουσιαστικό

  1. 01 νέα λειτουργικότητα, νέα δυνατότητα
新都 しんと

ουσιαστικό

  1. 01 νέα πρωτεύουσα
新品同様 しんぴんどうよう

ουσιαστικό

  1. 01 σαν καινούργιος
新党 しんとう

ουσιαστικό

  1. 01 νέο πολιτικό κόμμα
新暦 しんれき

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακό ημερολόγιο, γρηγοριανό ημερολόγιο
新来 しんらい

ουσιαστικό

  1. 01 νεοφερμένος
新説 しんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 νέα θεωρία