109 αποτελέσματα για «方»

方向幕 ほうこうまく

ουσιαστικό

  1. 01 πινακίδα προορισμού (π.χ. σε τρένο), ένδειξη προορισμού, κυλιόμενη πινακίδα
方沸石 ほうふつせき

ουσιαστικό

  1. 01 αναλκίτης
方ホウ石 ほうほうせき

ουσιαστικό

  1. 01 βορακίτης
方トリウム石 ほうトリウムせき

ουσιαστικό

  1. 01 θοριανίτης
方底円蓋 ほうていえんがい

ουσιαστικό

  1. 01 ασύμβατος, αταίριαστος, μη εφαρμοστός, τετράγωνη βάση με στρογγυλό καπάκι
方位計 ほういけい

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης κατεύθυνσης, δείκτης πορείας, πυξίδα (ιδίως η μη μαγνητική)
方計 ほうけい

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο, στρατηγική, μέθοδος, μέτρο
方丈記 ほうじょうき

ουσιαστικό

  1. 01 Χότζοκι (συλλογή δοκιμίων του 1212 στη βουδιστική ερημιτική παράδοση, από τον Κάμο νο Τσόμεϊ), το καλύβι των δέκα τετραγωνικών ποδιών
  1. 01 κατεύθυνση, διεύθυνση
  2. 02 άτομο, πρόσωπο
  3. 03 εναλλακτική (λύση), επιλογή