178 αποτελέσματα για «早»

早梅 そうばい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη ανθισμένη δαμασκηνιά
早産児 そうざんじ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόωρο βρέφος
早発性痴呆 そうはつせいちほう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη άνοια
早慶戦 そうけいせん

ουσιαστικό

  1. 01 αθλητική αναμέτρηση μεταξύ του Πανεπιστημίου Ουασέντα και του Πανεπιστημίου Κέιο (ιδιαίτερα στο μπέιζμπολ)
早退届 そうたいとどけ

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτή αίτηση για άδεια πρόωρης αποχώρησης (από το σχολείο, την εργασία κ.λπ.)
早期癌 そうきがん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμος καρκίνος
早いもの順 はやいものじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 με τη σειρά προτεραιότητας
早くても はやくても

άλλο

  1. 01 το νωρίτερο, στην καλύτερη περίπτωση
早呑み込み はやのみこみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βιαστικό συμπέρασμα, πρόχειρο συμπέρασμα
  2. 02 γρήγορη αντίληψη, άμεση κατανόηση
早発 そうはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόωρη αναχώρηση, αναχώρηση πριν από το προγραμματισμένο
  2. 02 αναχώρηση νωρίς το πρωί
  3. 03 πρώιμη εμφάνιση, πρόωρη εκδήλωση
早成 そうせい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη ολοκλήρωση, πρώιμη ωρίμανση, πρόωρος
早期退職制度 そうきたいしょくせいど

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης
早期締結 そうきていけつ

ουσιαστικό

  1. 01 άμεση σύναψη, πρόωρη ολοκλήρωση
  2. 02 πρόωρη σύναψη
早割 はやわり

ουσιαστικό

  1. 01 έκπτωση για έγκαιρη κράτηση
早期診断 そうきしんだん

ουσιαστικό

  1. 01 έγκαιρη διάγνωση
早教育 そうきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη εκπαίδευση
早生児 そうせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόωρο βρέφος
早明戦 そうめいせん

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας μπέιζμπολ μεταξύ των πανεπιστημίων Γουασέντα και Μεϊτζί
早まき はやまき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη σπορά
早射ち はやうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γρήγορη βολή, ταχύτατη πυροδότηση, γρήγορο τράβηγμα όπλου