149 αποτελέσματα για «暗»
暗香 あんこう
ουσιαστικό
- 01 άρωμα λουλουδιού που πλανάται στον αέρα, επίμονο άρωμα λουλουδιού στο σκοτάδι
暗雲低迷 あんうんていめい
ουσιαστικό
- 01 συσσώρευση μαύρων σύννεφων, το να βρίσκεται κάποιος υπό τη σκιά ενός δυσμενούς γεγονότος
暗語 あんご
ουσιαστικό
- 01 μυστική γλώσσα, συνθηματική λέξη, αργκό
暗々のうちに あんあんのうちに
άλλο, επίρρημα
- 01 μυστικά, κρυφά, σιωπηρά
暗数 あんすう
ουσιαστικό
- 01 σκοτεινός αριθμός (ειδικά για εγκλήματα), κρυφός αριθμός, απόκρυφο νούμερο, η διαφορά μεταξύ του πραγματικού και του αναφερόμενου αριθμού
暗潮 あんちょう
ουσιαστικό
- 01 υπόγεια τάση, υπόκωφο ρεύμα
暗れ塞がる くれふたがる
ρήμα
- 01 καλύπτομαι από σκοτάδι
- 02 βυθίζομαι σε βαθιά θλίψη ή απόγνωση
暗電流 あんでんりゅう
ουσιαστικό
- 01 σκοτεινό ρεύμα
暗示療法 あんじりょうほう
ουσιαστικό
- 01 υποβλητική θεραπεία
暗穴 あんけつ
ουσιαστικό
- 01 σκοτεινή τρύπα
- 02 ανόητος, αναισθητοποίητος
- 03 οδός που ακολούθησε κινέζος βουδιστής μοναχός ατζάρι όταν προκάλεσε την οργή του αυτοκράτορα Γκενσό (685-762)
暗号化手法 あんごうかしゅほう
ουσιαστικό
- 01 κρυπτογραφία
暗号手法 あんごうしゅほう
ουσιαστικό
- 01 κρυπτογραφία, κρυπτογραφική μέθοδος
暗証化 あんしょうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρυπτογράφηση, κωδικοποίηση, κωδικός πρόσβασης
暗涙に咽ぶ あんるいにむせぶ
άλλο, ρήμα
- 01 χύνω βουβά δάκρυα
暗線 あんせん
ουσιαστικό
- 01 σκοτεινή γραμμή (σε φάσμα), γραμμή απορρόφησης
暗黙の主語 あんもくのしゅご
ουσιαστικό
- 01 εννοούμενο υποκείμενο
暗送秋波 あんそうしゅうは
ουσιαστικό
- 01 ρίχνω ερωτικό πλάγιο βλέμμα, ανταλλάσσω ερωτικά βλέμματα, φλερτάρω κρυφά με κάποιον
暗さ くらさ
ουσιαστικό
- 01 σκοτάδι, ζοφερότητα
暗号化ファイルシステム あんごうかファイルシステム
ουσιαστικό
- 01 κρυπτογραφημένο σύστημα αρχείων
暗号検査値 あんごうけんさち
ουσιαστικό
- 01 τιμή ελέγχου κρυπτογράφησης