181 αποτελέσματα για «月»
月の輪熊 つきのわぐま
ουσιαστικό
- 01 ασιατική μαύρη αρκούδα (Selenarctos thibetanus), αρκούδα του φεγγαριού
月割り つきわり
ουσιαστικό
- 01 ανά μήνα, μηνιαία δόση
月の兎 つきのうさぎ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 λαγός του φεγγαριού, μυθική μορφή που ζει στο φεγγάρι
月経不順 げっけいふじゅん
ουσιαστικό
- 01 διαταραχή της εμμήνου ρύσεως, ακανόνιστη περίοδος
月の入り つきのいり
ουσιαστικό
- 01 δύση της σελήνης
月夜茸 つきよたけ
ουσιαστικό
- 01 τσιουκιγιοτάκε (ένα είδος μανιταριού που φωσφορίζει τη νύχτα, Omphalotus guepiniformis)
月雪花 つきゆきはな
ουσιαστικό
- 01 φεγγάρι, χιόνι και λουλούδια, η ομορφιά των τεσσάρων εποχών
月利 げつり
ουσιαστικό
- 01 μηνιαίος τόκος
月経困難症 げっけいこんなんしょう
ουσιαστικό
- 01 δυσμηνόρροια
月経前不快気分障害 げっけいぜんふかいきぶんしょうがい
ουσιαστικό
- 01 προεμμηνορροϊκή δυσφορική διαταραχή, προεμμηνορροϊκή δυσφορική διαταραχή
月商 げっしょう
ουσιαστικό
- 01 μηνιαίες πωλήσεις
月見蕎麦 つきみそば
ουσιαστικό
- 01 σομπα με αυγό (τηγανητό ή ποσέ, που τοποθετείται πάνω στα ζυμαρικά ώστε να θυμίζει πανσέληνο)
月は無慈悲な夜の女王 つきはむじひなよるのじょおう
ουσιαστικό
- 01 Τσούκι ουα μουτζίχι να γιόρου νο τζόου (μυθιστόρημα του 1966 από τον Ρόμπερτ Α. Χάινλαϊν)
月火水 げつかすい
ουσιαστικό
- 01 δευτέρα, τρίτη και τετάρτη
月下香 げっかこう
ουσιαστικό
- 01 πολιάνθης, εσπερίδα
月経前症候群 げっけいぜんしょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 προεμμηνορροϊκό σύνδρομο, προεμμηνορροϊκό σύνδρομο
月事 げつじ
ουσιαστικό
- 01 έμμηνος ρύση
月夜の晩ばかりじゃない つきよのばんばかりじゃない
άλλο, επίθετο
- 01 να προσέχεις πού πατάς, να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα
月給泥棒 げっきゅうどろぼう
ουσιαστικό
- 01 τεμπέλης υπάλληλος, αργόσχολος που δεν αξίζει τον μισθό του
月賦払い げっぷばらい
ουσιαστικό
- 01 πληρωμή με μηνιαίες δόσεις, μηνιαίες καταβολές