172 αποτελέσματα για «検»
検定済み けんていずみ
ουσιαστικό
- 01 εξουσιοδοτημένος, εγκεκριμένος
検索速度 けんさくそくど
ουσιαστικό
- 01 ταχύτητα αναζήτησης
検査プログラム けんさプログラム
ουσιαστικό
- 01 πρόγραμμα ελέγχου
検卵 けんらん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ωοσκόπηση, έλεγχος αυγών
検査証明書 けんさしょうめいしょ
ουσιαστικό
- 01 πιστοποιητικό ελέγχου, πιστοποιητικό δοκιμής
検痰 けんたん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξέταση πτυέλων
検車 けんしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τεχνικός έλεγχος οχήματος
検眼医 けんがんい
ουσιαστικό
- 01 οπτομέτρης
検量線 けんりょうせん
ουσιαστικό
- 01 καμπύλη βαθμονόμησης, καμπύλη προτύπων, αναλυτική καμπύλη
検流計 けんりゅうけい
ουσιαστικό
- 01 γαλβανόμετρο
検圧 けんあつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μέτρηση πίεσης
検圧器 けんあつき
ουσιαστικό
- 01 μανόμετρο
検字 けんじ
ουσιαστικό
- 01 ευρετήριο με βάση τον αριθμό των γραμμών
検事控訴 けんじこうそ
ουσιαστικό
- 01 έφεση εισαγγελέα
検波器 けんぱき
ουσιαστικό
- 01 ανιχνευτής κυμάτων, κυματοσκόπιο
検潮器 けんちょうき
ουσιαστικό
- 01 παλιρροιογράφος
検糖計 けんとうけい
ουσιαστικό
- 01 σακχαρόμετρο
検索表 けんさくひょう
ουσιαστικό
- 01 κλειδί αναγνώρισης, ταξινομικό κλειδί
検査手数料 けんさてすうりょう
ουσιαστικό
- 01 έξοδα ελέγχου
検潮儀 けんちょうぎ
ουσιαστικό
- 01 παλιρροιογράφος