127 αποτελέσματα για «残»

残菜 ざんさい

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα φαγητού, φλούδες λαχανικών
残存種 ざんそんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 υπολειμματικό είδος
残んの のこんの

άλλο

  1. 01 εναπομείνας
残留応力 ざんりゅうおうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 υπολειπόμενη τάση
残酷焼 ざんこくやき

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανό ψήσιμο οστρακοειδών
残留熱除去 ざんりゅうねつじょきょ

ουσιαστικό

  1. 01 απομάκρυνση υπολειμματικής θερμότητας, RHR
残し湯 のこしゆ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή νερού στην μπανιέρα (για μελλοντική χρήση στο πλυντήριο)
残差平方和 ざんさへいほうわ

ουσιαστικό

  1. 01 άθροισμα τετραγώνων των καταλοίπων
残さず のこさず

επίρρημα

  1. 01 ολόκληρος, εξ ολοκλήρου, πλήρως, χωρίς εξαίρεση
残任 ざんにん

ουσιαστικό

  1. 01 υπολειπόμενο καθήκον, εκκρεμής εργασία
  2. 02 υπόλοιπο θητείας, απομένον διάστημα θητείας
残念がる ざんねんがる

ρήμα

  1. 01 φαίνομαι λυπημένος (για ένα αποτέλεσμα κ.λπ.), δείχνω πικραμένος
残り少な のこりすくな

επίθετο

  1. 01 εξαντλούμαι, λιγοστεύω, έχω ελάχιστο υπόλοιπο, έχω λίγο ακόμα
残効 ざんこう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταγενέστερο αποτέλεσμα, υπολειμματική επίδραση
残丘 ざんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μοναδνόκ, νησιόβουνο
残念なこと ざんねんなこと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ατυχές γεγονός, κρίμα, ντροπή (θλιβερή κατάσταση)
残数 ざんすう

ουσιαστικό

  1. 01 απομένων αριθμός (αντικειμένων), εναπομείνασα ποσότητα, ποσό που περισσεύει
残当 ざんとう

επίθετο

  1. 01 ατυχές αλλά αναμενόμενο, σκληρό αλλά δίκαιο
残り湯 のこりゆ

ουσιαστικό

  1. 01 νερό που έχει απομείνει στην μπανιέρα, χθεσινό νερό μπάνιου
残作業 ざんさぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκκρεμείς εργασίες, εργασίες που απομένουν προς ολοκλήρωση
残車 ざんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκατάλειψη αυτοκινήτου (π.χ. σε πάρκινγκ κατά τη διάρκεια της νύχτας), παραμένον όχημα