112 αποτελέσματα για «毛»
毛剃り けぞり
ουσιαστικό
- 01 ξυριστική μηχανή, ξυράφι
毛人 もうじん
ουσιαστικό
- 01 Εμίσι, μη Γιαμάτο λαοί στη βόρεια Ιαπωνία
毛皮商人 けがわしょうにん
ουσιαστικό
- 01 έμπορος γουναρικών
毛槍 けやり
ουσιαστικό
- 01 κεγιάρι, μακρύ διακοσμητικό δόρυ με φτερά που μεταφερόταν στην κεφαλή της πομπής ενός νταϊμιό
毛刈り けがり
ουσιαστικό
- 01 κούρεμα, η διαδικασία κοπής μαλλιών ή μαλλιού
毛質 もうしつ
ουσιαστικό
- 01 ποιότητα τρίχας
毛鹿鮫 もうかざめ
ουσιαστικό
- 01 λαμνοκαρχαρίας (Lamna nasus)
毛孔性苔癬 もうこうせいたいせん
ουσιαστικό
- 01 ομαλός λειχήνας των τριχοθυλακίων, θυλακικός λειχήνας, θυλακική υπερκεράτωση, δέρμα με όψη φλούδας κοτόπουλου
毛状晶子 もうじょうしょうし
ουσιαστικό
- 01 τριχίτης
毛孔性角化症 もうこうせいかくかしょう
ουσιαστικό
- 01 θυλακική υπερκεράτωση, θυλακική κεράτωση
毛沢東 もうたくとう
ουσιαστικό
- 01 Μάο Τσετούνγκ (26.12.1893-9.9.1976), Μάο Τσετούνγκ
毛
- 01 γούνα
- 02 μαλλί, τρίχα
- 03 φτερό
- 04 πούπουλο