108 αποτελέσματα για «決»

決勝トーナメント けっしょうトーナメント

ουσιαστικό

  1. 01 φάση των νοκ άουτ (ενός τουρνουά)
決定盤 けっていばん

ουσιαστικό

  1. 01 έγκυρη ηχογράφηση, οριστική έκδοση (δίσκου, CD, κ.λπ.)
決着がつく けっちゃくがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 φτάνω σε κατάληξη, διευθετούμαι (για διαφορά), οριστικοποιούμαι
決算賞与 けっさんしょうよ

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσιο επίδομα, μπόνους τέλους οικονομικού έτους
決起大会 けっきたいかい

ουσιαστικό

  1. 01 συγκέντρωση ενθάρρυνσης
決定力 けっていりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα λήψης αποφάσεων, αποφασιστικότητα
決定力不足 けっていりょくぶそく

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη ικανότητας τελειώματος (π.χ. στα αθλήματα), αδυναμία επίτευξης τέρματος
  1. 01 αποφασίζω
  2. 02 καθορίζω
  3. 03 συμφωνώ
  4. 04 διορίζω