115 αποτελέσματα για «活»

活動詞 かつどうし

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητικό ρήμα της έγκλισης
活語 かつご

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανή γλώσσα
  2. 02 κλιτή λέξη
活き魚 いきうお

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανό ψάρι
活動基準原価計算 かつどうきじゅんげんかけいさん

ουσιαστικό

  1. 01 κοστολόγηση βάσει δραστηριοτήτων, ABC
活動量計 かつどうりょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 μετρητής δραστηριότητας, συσκευή παρακολούθησης φυσικής κατάστασης
活塞 かっそく

ουσιαστικό

  1. 01 έμβολο
活字鋳造機 かつじちゅうぞうき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανή χύτευσης τυπογραφικών στοιχείων, τυποχυτική μηχανή
活動銀河核 かつどうぎんがかく

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργός γαλαξιακός πυρήνας, ΕΓΠ
活動休止 かつどうきゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή διακοπή δραστηριότητας (από την εργασία, κυρίως στον δημιουργικό τομέα)
活着 かっちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ριζώνω (π.χ. ένα φυτό μετά από εμβολιασμό ή μεταφύτευση), αποκτώ ρίζες, προσαρμόζομαι στο νέο έδαφος
  2. 02 εγκαθίσταμαι μόνιμα, ριζώνω και παραμένω σε κάποιο μέρος
活画 かつが

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανή απεικόνιση, παραστατική ζωγραφιά
活字鋳造所 かつじちゅうぞうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 χυτήριο τυπογραφικών στοιχείων
活字信仰 かつじしんこう

ουσιαστικό

  1. 01 πίστη ότι οτιδήποτε είναι τυπωμένο είναι αξιόπιστο και σωστό
活水女子大学 かっすいじょしだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Κασούι Τζόσι Ντάιγκακου (Γυναικείο Πανεπιστήμιο Κασούι)
  1. 01 ζωηρός
  2. 02 ανάνηψη, αναζωογόνηση
  3. 03 βοηθούμενος
  4. 04 ζωντανός