199 αποτελέσματα για «流»

流行性 りゅうこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 επιδημικός
流動物 りゅうどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρευστό
流行らす はやらす

ρήμα

  1. 01 διαδίδω, καθιστώ δημοφιλές, θέτω σε κυκλοφορία, δημιουργώ τάση
流行色 りゅうこうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνο χρώμα, της μόδας χρώμα
流動化 りゅうどうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρευστοποίηση
流動資本 りゅうどうしほん

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφορούν κεφάλαιο
流通機構 りゅうつうきこう

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα διανομής
流行児 りゅうこうじ

ουσιαστικό

  1. 01 δημοφιλές πρόσωπο
流伝 りゅうでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευρέως διαδεδομένος (ειδήσεων κ.λπ.)
流浪人 るろうにん

ουσιαστικό

  1. 01 πλάνης, περιπλανώμενος
流涕 りゅうてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δάκρυσμα, δακρύρροια
流下 りゅうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθοδική ροή, ρέω προς τα κάτω (π.χ. νερό σε ποτάμι)
流通革命 りゅうつうかくめい

ουσιαστικό

  1. 01 επανάσταση στη διανομή
流弾 りゅうだん

ουσιαστικό

  1. 01 αδέσποτη σφαίρα
流行性耳下腺炎 りゅうこうせいじかせんえん

ουσιαστικό

  1. 01 παρωτίτιδα, μαγουλάδες
流局 りゅうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 γύρος που λήγει χωρίς νικητή
流氓 りゅうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσφυγας
流行地 りゅうこうち

ουσιαστικό

  1. 01 μολυσμένη περιοχή, μολυσμένη ζώνη, ενδημική περιοχή
流布本 るふぼん

ουσιαστικό

  1. 01 δημοφιλής έκδοση (ενός βιβλίου)
流浪者 るろうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 νομάδας,ς περιπλανώμενος