106 αποτελέσματα για «減»
減農薬米 げんのうやくまい
ουσιαστικό
- 01 ρύζι καλλιεργημένο με μειωμένα γεωργικά φάρμακα
減力 げんりょく
ουσιαστικό
- 01 μείωση (αρνητικής έντασης ή δύναμης)
減圧停止 げんあつていし
ουσιαστικό
- 01 στάση αποσυμπίεσης (στην κατάδυση), παύση αποσυμπίεσης
減泊 げんぱく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύντμηση διαμονής (σε ξενοδοχείο κ.λπ.)
減薬 げんやく
ουσιαστικό
- 01 μείωση δοσολογίας (ειδικότερα αντιψυχωσικών φαρμάκων), σταδιακή διακοπή φαρμακευτικής αγωγής
減
- 01 συρρικνώνομαι
- 02 μειώνω
- 03 μειώνω
- 04 αρνούμαι
- 05 περικόπτω
- 06 πεινάω