118 αποτελέσματα για «満»

満州文字 まんしゅうもじ

ουσιαστικό

  1. 01 μαντσουριανή γραφή
満面の笑み まんめんのえみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 λαμπερό χαμόγελο, ικανοποιημένο χαμόγελο
満盈 まんえい

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης ή ολοκληρωτικά γεμάτος
満載喫水 まんさいきっすい

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρες βύθισμα (ναυτιλία), ένδειξη βυθίσματος
満載喫水線 まんさいきっすいせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή φόρτωσης πλοίου, ίσαλος γραμμή φόρτωσης
満期釈放者 まんきしゃくほうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αποφυλακισθείς κρατούμενος, πρώην κατάδικος
満足保証 まんぞくほしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εγγύηση επιστροφής χρημάτων, εγγύηση ικανοποίησης
満面朱を注ぐ まんめんしゅをそそぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 κοκκινίζω από ντροπή ή θυμό (όταν το πρόσωπο κατακόκκινο γεμίζει αίμα)
満足げ まんぞくげ

επίθετο

  1. 01 ικανοποιημένος, που φαίνεται ευχαριστημένος
満悦の体 まんえつのてい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ικανοποιημένος, φανερά ευχαριστημένος
満帆 まんぱん

ουσιαστικό

  1. 01 φουσκωμένα πανιά, πλεύση με ούριο άνεμο
満了日 まんりょうび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία λήξης
満足度調査 まんぞくどちょうさ

ουσιαστικό

  1. 01 έρευνα ικανοποίησης
満腹中枢 まんぷくちゅうすう

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο κορεσμού (του εγκεφάλου)
満腹度 まんぷくど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός κορεσμού (κατάσταση)
満龍 まんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μανριού (αλυσίδα καταστημάτων ράμεν)
満鉄 まんてつ

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηρόδρομος νότιας μαντζουρίας (συντ.)
  1. 01 πλήρης
  2. 02 πληρότητα
  3. 03 αρκετά
  4. 04 ικανοποιώ