303 αποτελέσματα για «火»
火玉 ひだま
ουσιαστικό
- 01 πεφταστέρι, πύρινη σφαίρα
火炉 かろ
ουσιαστικό
- 01 φούρνος, λέβητας
火力支援 かりょくしえん
ουσιαστικό
- 01 υποστήριξη πυρός
火災旋風 かさいせんぷう
ουσιαστικό
- 01 πύρινος ανεμοστρόβιλος
火床 ひどこ
ουσιαστικό
- 01 εσχάρα, πυράγρα
火鍋 ひなべ
ουσιαστικό
- 01 χιναμπέ (κινεζικό σκεύος για μαγείρεμα στο τραπέζι)
火鍋 ホーコー
ουσιαστικό
- 01 χο-κο, κινεζικό σκεύος για σούπα με βραστή βάση
火砕流 かさいりゅう
ουσιαστικό
- 01 πυροκλαστική ροή
火災報知機 かさいほうちき
ουσιαστικό
- 01 πυρανίχνευση, συναγερμός πυρκαγιάς
火山ガス かざんガス
ουσιαστικό
- 01 ηφαιστειακό αέριο
火力発電 かりょくはつでん
ουσιαστικό
- 01 θερμοηλεκτρική παραγωγή ενέργειας
火付け役 ひつけやく
ουσιαστικό
- 01 υποκινητής, πρωτεργάτης, ιδρυτής, δαδοφόρος, εμπρηστής, ταραχοποιός
火山島 かざんとう
ουσιαστικό
- 01 ηφαιστειογενές νησί
火宅 かたく
ουσιαστικό
- 01 ο κόσμος των παθών και των δεινών
火山岩 かざんがん
ουσιαστικό
- 01 ηφαιστειακό πέτρωμα
火山弾 かざんだん
ουσιαστικό
- 01 ηφαιστειακή βόμβα
火屋 ほや
ουσιαστικό
- 01 γυάλινος κύλινδρος λάμπας
火山帯 かざんたい
ουσιαστικό
- 01 ηφαιστειακή ζώνη, ηφαιστειακό τόξο
火夫 かふ
ουσιαστικό
- 01 θερμαστής, πυροσβέστης
火災警報 かさいけいほう
ουσιαστικό
- 01 προειδοποίηση πυρκαγιάς, συναγερμός πυρκαγιάς