141 αποτελέσματα για «片»
片恨み かたうらみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μονόπλευρη έχθρα
片貿易 かたぼうえき
ουσιαστικό
- 01 μονομερές εμπόριο, μονόπλευρο (ανισομερές) εμπόριο
片戸 かたど
ουσιαστικό
- 01 μονόφυλλη πόρτα
片袖机 かたそでづくえ
ουσιαστικό
- 01 γραφείο με μια σειρά συρταριών στη μία πλευρά
片 ビラ
ουσιαστικό
- 01 διαφημιστικό φυλλάδιο, έντυπο, προκήρυξη, αφίσα, πλακάτ
片跛 かたちんば
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κουτσός, χωλότητα
- 02 ανομοιόμορφος (π.χ. αταίριαστα παπούτσια)
片尼 ペニー
ουσιαστικό
- 01 πένα, η υποδιαιρετική νομισματική μονάδα της βρετανικής λίρας, πένες
片っぽ かたっぽ
ουσιαστικό
- 01 μία πλευρά, ένα μέρος, η άλλη πλευρά, το άλλο μέρος
- 02 ένα (από ένα ζευγάρι), το άλλο (ένα), το ταίρι, ο σύντροφος
片口鰯 かたくちいわし
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός γαύρος (Engraulis japonica)
片えくぼ かたえくぼ
ουσιαστικό
- 01 λακκάκι στο ένα μάγουλο
片言交じり かたことまじり
ουσιαστικό
- 01 ανάμειξη σωστού και σπασμένου λόγου
片便り かただより
ουσιαστικό
- 01 αλληλογραφία χωρίς λήψη απάντησης
片為替 かたがわせ
ουσιαστικό
- 01 ανισορροπία συναλλάγματος
片道料金 かたみちりょうきん
ουσιαστικό
- 01 κόμιστρο απλής διαδρομής
片脳油 へんのうゆ
ουσιαστικό
- 01 καμφορέλαιο
片務契約 へんむけいやく
ουσιαστικό
- 01 ετεροβαρής σύμβαση
片十字締め かたじゅうじじめ
ουσιαστικό
- 01 μονόυπαλλο στραγγαλιστικό κλείδωμα (κατά τζούτζι τζιμέ)
片鉄炮 かたてっぽう
ουσιαστικό
- 01 δυνατή ώθηση με το ένα μόνο χέρι
片偏 かたへん
ουσιαστικό
- 01 το ριζικό που εμφανίζεται στην αριστερή πλευρά ενός χαρακτήρα kanji (συγκεκριμένα το ριζικό 91)
片道航空券 かたみちこうくうけん
ουσιαστικό
- 01 εισιτήριο αεροπλάνου απλής μετάβασης, αεροπορικό εισιτήριο χωρίς επιστροφή