395 αποτελέσματα για «特»

特別料金 とくべつりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 επιπλέον χρέωση
  2. 02 ειδικά μειωμένη χρέωση, μειωμένο κόμιστρο
特急便 とっきゅうびん

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυμεταφορά, επείγουσα αποστολή δεμάτων
特別措置法 とくべつそちほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος ειδικών μέτρων
特別捜査本部 とくべつそうさほんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό αρχηγείο έρευνας
特約 とくやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειδική σύμβαση, ειδική συμφωνία, πρόσθετη πράξη (ασφάλιση)
特出 とくしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξέχουσα θέση, υπεροχή
特別機 とくべつき

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό αεροσκάφος
特殊機能 とくしゅきのう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική λειτουργία
特別法 とくべつほう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός νόμος
特別区 とくべつく

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό διαμέρισμα, διοικητική υποδιαίρεση νομού που διαθέτει άμεσα εκλεγμένο δήμαρχο και συμβούλιο
  2. 02 ειδική οικονομική ζώνη (στην Κίνα)
  3. 03 ειδική διοικητική περιοχή της Κίνας (π.χ. Χονγκ Κονγκ)
  4. 04 ειδική περιφέρεια (κράτους με ομοσπονδιακή δομή)
特派 とくは N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστέλλω ειδικά, ειδικός απεσταλμένος
特急券 とっきゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο τοκιού (συνήθως απαιτείται επιπλέον του βασικού εισιτηρίου), εισιτήριο ειδικής αμαξοστοιχίας εξπρές
特別展 とくべつてん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική έκθεση (σε μουσείο κ.λπ.)
特典映像 とくてんえいぞう

ουσιαστικό

  1. 01 έξτρα υλικό (π.χ. συνεντεύξεις από τα παρασκήνια)
特殊工作員 とくしゅこうさくいん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσκοπος, ειδικός πράκτορας, μυστικός πράκτορας
特許侵害 とっきょしんがい

ουσιαστικό

  1. 01 παραβίαση διπλώματος ευρεσιτεχνίας
特任 とくにん

άλλο

  1. 01 ειδικά διορισμένος, προσωρινά διορισμένος για ένα συγκεκριμένο καθήκον
特級品 とっきゅうひん

ουσιαστικό

  1. 01 προϊόν ειδικής διαβάθμισης, επώνυμο προϊόν εξαιρετικής ποιότητας
特色づける とくしょくづける

ρήμα

  1. 01 διακρίνω, σημαδεύω, διαφοροποιώ, χαρακτηρίζω
特命全権大使 とくめいぜんけんたいし

ουσιαστικό

  1. 01 πρέσβης έκτακτος και πληρεξούσιος