128 αποτελέσματα για «病»

病気休職 びょうききゅうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 αναρρωτική άδεια, άδεια ασθενείας
病閹 びょうえん

ουσιαστικό

  1. 01 μακροχρόνια ασθένεια που δεν θεραπεύεται
病診連携 びょうしんれんけい

ουσιαστικό

  1. 01 συντονισμός τοπικών ιατρείων και νοσοκομείων
病的科学 びょうてきかがく

ουσιαστικό

  1. 01 παθολογική επιστήμη
病理学者 びょうりがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παθολόγος
病因学 びょういんがく

ουσιαστικό

  1. 01 αιτιολογία
病院代 びょういんだい

ουσιαστικό

  1. 01 νοσοκομειακά έξοδα, λογαριασμός νοσοκομείου
病弱者 びょうじゃくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενικός άνθρωπος, άτομο με κλονισμένη υγεία
病型 びょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος (νόσου)
病訴 びょうそ

ουσιαστικό

  1. 01 παράπονο για την κατάσταση της υγείας
病理解剖 びょうりかいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 κλινική νεκροψία-νεκροτομή, παθολογοανατομική νεκροτομή
病院送り びょういんおくり

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή στο νοσοκομείο, πρόκληση τραυματισμού που απαιτεί ιατρική περίθαλψη
病斑 びょうはん

ουσιαστικό

  1. 01 κηλίδα (σε φυτό, προκαλούμενη από ασθένεια ή έντομα)
病家 びょうか

ουσιαστικό

  1. 01 σπίτι ασθενούς
病跡学 びょうせきがく

ουσιαστικό

  1. 01 βιογραφία ασθενούς, παθογραφία
病痾 びょうあ

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνια νόσος, χρόνια ασθένεια
病み垢 やみアカ

ουσιαστικό

  1. 01 λογαριασμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου αναρτώνται αποκλειστικά αρνητικά μηνύματα
病院車 びょういんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενοφόρο
病菌保有者 びょうきんほゆうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φορέας μικροβίων
病理学的 びょうりがくてき

επίθετο

  1. 01 παθολογικός